mitto

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
mitto < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *meyth₂- / *mith- (=ανταλλάσσω, μετακινώ)

mitto (la)

  1. πέμπω, στέλνω
  2. παραπέμπω
  3. ρίχνω, βάλλω
  4. γράφω επιστολή, αναγγέλλω
  5. παρασκευάζω
  6. συνοδεύω
  7. αφήνω, ελευθερώνω
  8. διαλύω