overturn

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
overturn overturns

overturn (en)

ενεστώτας overturn
γ΄ ενικό ενεστώτα overturns
αόριστος overturned
παθητική μετοχή overturned
ενεργητική μετοχή overturning

overturn (en)