pel

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: pêl

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
pel < picture element

Συντομομορφή

[επεξεργασία]

pel (en) συντομογραφία

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]
  • PEL (σπάνιο)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]



Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
pel < λατινική pellem (προβιά)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pel θηλυκό

  1. το δέρμα
  2. η φλούδα
  3. η περγαμηνή, κείμενο γραμμένο πάνω σε περγαμηνή

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
pel < λατινική palum (παλούκι)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
πτώση ενικός πληθυντικός
cas sujet pieus pel
cas régime pel pieus

pel αρσενικό



Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pel (oc) αρσενικό