prolixe

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
      ενικός         πληθυντικός  
prolixe prolixes

Επίθετο

[επεξεργασία]

prolixe (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  • φλύαρος, πολυλογάς, που έχει τάση να χάνεται σε λεπτομέρειες στους λόγους του και στα γραπτά του

Συγγενικά

[επεξεργασία]