puma

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

puma (en)

  1. (θηλαστικό ζώο) το πούμα



Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
puma pumas

puma (fr) αρσενικό

  1. (θηλαστικό ζώο) το πούμα