rubrica

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
rubrica < λατινική rubrica < ruber (ερυθρός, κόκκινος)[1]
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: ρουμπρίκα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

rubrica (it)

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. «ρουμπρίκα» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 



Ετυμολογία

[επεξεργασία]
rubrica:εννοείται η λέξη: terra < ruber (ερυθρός, κόκκινος) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

rubrica (it)

  1. κοκκινόχωμα
  2. επιγραφή νόμου με κόκκινα γράμματα