vis

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
vis vis

vis (fr) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]



Ετυμολογία

[επεξεργασία]
vis < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *weyǝ- (δύναμη)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

vis θηλυκό

  1. δύναμη
  2. βία

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]
αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική vis vires
γενική (vis) virium
δοτική (vi) viribus
αιτιατική vim vires
κλητική (vis) vires
αφαιρετική vi viribus

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

vis

  • β' ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος volo



Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

vis (nl)