volume

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
      ενικός         πληθυντικός  
volume volumes

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

volume (en)

  1. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) ο όγκος, ο χώρος που καταλαμβάνει ένα σώμα
    the volume of a box - ο όγκος ενός κιβωτίου
    volume of displacement - όγκος εκτοπίσματος
  2. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) ο όγκος, η ποσότητα
    the volume of business - ο όγκος των εργασιών
    I am buying goods in large volumes.
    Αγοράζω εμπορεύματα σε μεγάλες ποσότητες.
  3. (μη μετρήσιμο) η ένταση ήχου
    at a high volume/at a low volume - σε μεγάλη ένταση (ήχου)/σε μικρή ένταση (ήχου)
    volume button - κουμπί εντάσεως
    The radio is too loud; turn down the radio volume.
    Το ραδιόφωνο είναι πολύ δυνατά· χαμήλωσε την ένταση του ραδιοφώνου.
  4. ο τόμος, βιβλίο που αποτελεί μέρος ενός συνολικού έργου
    an encyclopedia with twelve volumes - εγκυκλοπαίδεια με δώδεκα τόμους
  5. (επίσημο) ο τόμος, βιβλίο
    The National Library contains thousands of volumes.
    Η Εθνική Βιβλιοθήκη περιλαμβάνει χιλιάδες τόμους.
  6. (πληροφορική) τόμος σε μέσο αποθήκευσης

Εκφράσεις

[επεξεργασία]



Ετυμολογία

[επεξεργασία]
volume < λατινική volumen

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /vɔ.lym/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
volume volumes

volume (fr) αρσενικό

  1. η ποσότητα
  2. ο όγκος
  3. ο τόμος του βιβλίου

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Ετυμολογία

[επεξεργασία]
volume < λατινική volumen

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /vɔˈlu.me/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

volume (it)

  1. ο όγκος
  2. ο τόμος, το βιβλίο