winnica

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική winnica winnice
γενική winnicy winnic
δοτική winnicy winnicom
αιτιατική winnicę winnice
οργανική winnicą winnicami
τοπική winnicy winnicach
κλητική winnico winnice

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

winnica (pl) θηλυκό