zero

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αριθμητικό

[επεξεργασία]

zero (en)

ενεστώτας zero
γ΄ ενικό ενεστώτα zeroes
αόριστος zeroed
παθητική μετοχή zeroed
ενεργητική μετοχή zeroing

zero (en)

Παράγωγα

[επεξεργασία]



Αριθμητικό

[επεξεργασία]

zero (sq)


Αριθμητικό

[επεξεργασία]

zero (eu)


Μεταγραφή

[επεξεργασία]

zero (rōmaji


Αριθμητικό

[επεξεργασία]

zero (it)


Ετυμολογία

[επεξεργασία]

zero (pl) < zéro (fr) < zéro (it) < cero (es) < صفر (ar)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈzɛrɔ/
 

Αριθμητικό

[επεξεργασία]

zero (pl)

  • (τακτικό) μηδέν (αριθμός που δείχνει την απουσία οποιασδήποτε ποσότητας)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

zero (pl) ουδέτερο

  1. το μηδέν, το μηδενικό με τις έννοιες
    1. το ψηφίο 0
    2. άτομο ανίκανο, που δεν έχει καμιά αξία



Αριθμητικό

[επεξεργασία]

zero (pt)



Αριθμητικό

[επεξεργασία]

zero (ro)