Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «υφαρπάζω»

Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
μ
προσθήκη παραμέτρου γλώσσας στο πρότυπο του μέρους λόγου
μ (Βικιποίηση των μεταφράσεων)
μ (προσθήκη παραμέτρου γλώσσας στο πρότυπο του μέρους λόγου)
{{-ετυμ-}}
: υφαρπάζω < ὑφ- (ὑπό) + ἁρπάζω
{{-ρημ-|el}}
'''{{PAGENAME}}'''
* [[οικειοποιούμαι]] κάτι που δεν είναι δικό μου με [[επιτήδειος|επιτήδειο]] τρόπο
1.402.835

επεξεργασίες

Μενού πλοήγησης