πλαφόν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πλαφόν < (λόγιο δάνειο) γαλλική plafond[1] (=οροφή)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πλαφόν ουδέτερο άκλιτο

  1. (οικονομία) το ανώτατο όριο (παραγωγής, προγραμματισμού)
  2. το μέγιστο παραγωγής, πρόβλεψης, προγραμματισμού κ.τ.λ. που μπορεί να ξεπεράσει κανείς
  3. η μέγιστη τιμή πώλησης - διάθεσης αγαθών, ή υπηρεσιών.

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]