arrive

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
ενεστώτας arrive
γ΄ ενικό ενεστώτα arrives
αόριστος arrived
παθητική μετοχή arrived
ενεργητική μετοχή arriving

arrive (en)

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

arrive (fr)

  1. α΄ ή γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής & υποτακτικής ενεστώτα του arriver
  2. β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεστώτα του arriver