εγκλιματίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εγκλιματίζω < εν- + κλίμα + -ίζω

Open book 01.svg Ρήμα[]

εγκλιματίζω, παθ. φωνή: εγκλιματίζομαι, παθ. μτχ.: εγκλιματισμένος

  1. ενεργώ ώστε ένας οργανισμός να προσαρμοστεί σε ένα νέο και ξένο για αυτόν φυσικό περιβάλλον με διαφορετικό κλίμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]