εξιλεώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξιλεώνω < αρχαία ελληνική ἐξιλεῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εξιλεώνω, παθητικό: εξιλεώνομαι

  1. καταπραΰνω καποιον που είναι οργισμένος, κατευνάζω, εξευμενίζω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]