ζητώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ζητώ < αρχαία ελληνική ζητέω, -ῶ
[
]
Ρήμα
ζητώ, β΄ πρ. ζητείς και ζητάς, αόρ.: ζήτησα, παθητικό: ζητούμαι και ζητιέμαι
- (από κάποιον κάτι)
- λέω (με τόνο επιτακτικό, παρακλητικό ή ουδέτερο) σε κάποιον να μου δώσει κάτι
- της ζήτησε ένα ποτήρι νερό
- λέω (με τόνο επιτακτικό, παρακλητικό ή ουδέτερο) σε κάποιον να ικανοποιήσει μια επιθυμία μου
- σας ζήτησα να κάνετε ησυχία
- λέω (με τόνο επιτακτικό, παρακλητικό ή ουδέτερο) σε κάποιον να μου δώσει κάτι
- ψάχνω να βρω κάτι που χρειάζομαι, αναζητώ κάτι (υλικό ή άυλο)
- ζητώ πληροφορίες
- ο φιλόσοφος ζητάει απαντήσεις στα ερωτήματα που βασανίζουν ολόκληρη την ανθρωπότητα
- ζητώ μεταχειρισμένο αυτοκίνητο πενταετίας σε καλή κατάσταση
- κάνω πρόταση γάμου σε κάποιαν ή ζητώ από τους γονείς της την άδεια να την παντρευτώ
- θα πάω στο σπίτι της το βράδυ να τη ζητήσω
[
]
Συνώνυμα
[
] Εκφράσεις
- ζητώ συγγνώμη: παρακαλώ κάποιον να με συγχωρέσει
- ζητώ από κάποιον το λόγο