ξεφυτρώνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ξεφυτρώνω < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ρήμα
ξεφυτρώνω
- βλασταίνω, φυτρώνω
- μετά από την πρώτη ανοιξιάτικη βροχή, ξεφυτρώνουν πάλι τα αγριόχορτα στον κήπο
- εμφανίζομαι κάπου ξαφνηικά, όπως από το πουθενά
- στο κέντρο τα τουριστικά μαγαζιά αρχίζουν να ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια