πρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Open book 01.svg Πρόθεση[]

πρός (δωρικός τύπος & επικός τύπος: ποτί)

  1. με αιτιατική
    • (τοπικά, κατεύθυνση) προς, προς το μέρος
    • με
    • εναντίον
    • (αναφορικά) ως προς, σχετικά με
    • (χρονικά) προς, κατά
    • (συγκριτικά) μπροστά σε
    • (σκοπός) για
  2. με γενική
    • (τοπικά) προς το μέρος
    • στο όνομα
    • (αναφορικά) ως προς
    • (με γενική προσώπου) για να ωφεληθεί κάποιος
  3. με δοτική
    • (τοπικά) προς, κοντά σε
    • κοντά σε κάτι άλλο, επιπλέον
      πρός τούτοις