πρός
Από Βικιλεξικό
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Πρόθεση [
]
πρός (δωρικός τύπος & επικός τύπος: ποτί)
- με αιτιατική
- με γενική
- (τοπικά) προς το μέρος
- στο όνομα
- (αναφορικά) ως προς
- (με γενική προσώπου) για να ωφεληθεί κάποιος
- με δοτική
- (τοπικά) προς, κοντά σε
- κοντά σε κάτι άλλο, επιπλέον
- πρός τούτοις