πρώην
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- πρώην < αρχαία ελληνική πρῴην
Επίθετο [
]
πρώην άκλιτο
- που κατείχε στο παρελθόν την αναφερόμενη ιδιότητα ή αξίωμα
Συνώνυμα [
]
Σημειώσεις [
]
Η λέξη πρώην χρησιμοποιείται για οποιονδήποτε κατείχε στο παρελθόν μια ιδιότητα ή αξίωμα, ενώ η λέξη τέως χρησιμοποιείται γι' αυτόν που κατείχε την ιδιότητα ή το αξίωμα αμέσως πριν από τον σημερινό κάτοχο ή είναι ο τελευταίος που το κατείχε
- προσκεκλημένοι στην εκδήλωση ήταν και οι πρώην Πρόεδροι της Δημοκρατίας
- ο τέως βασιλιάς