ρινόκερως
Από Βικιλεξικό
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ρινόκερως < ελληνιστική κοινή ῥινόκερως
[
]
Ουσιαστικό
ρινόκερως αρσενικό
- λανθασμένη-απαρχαιωμένη γραφή του ρινόκερος