στερούμαι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- στερούμαι < → Η ετυμολογία λείπει.
Ρήμα [
]
στερούμαι
- δεν έχω
- μου λείπει κάτι απαραίτητο
Μεταφράσεις [
]
στερούμαι