שוק
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Εβραϊκά (he)
Ουσιαστικό
שוק
(he)
(shuk)
αρσενικό
αγορά
(χώρος αγοραπωλησιών)
Κατηγορίες
:
Εβραϊκή γλώσσα
|
Ουσιαστικά (εβραϊκά)
Εμφανίσεις
Άρθρο
Συζήτηση
Επεξεργασία
Ιστορικό
Προσωπικά εργαλεία
Δοκιμάστε την Beta
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Άλλες γλώσσες
English
עברית
Lietuvių
Polski
Русский