Verkehr
Από Βικιλεξικό
[
]
Γερμανικά (de)
[
]
Ουσιαστικό
Verkehr (de) αρσενικό
- η κυκλοφορία (των αυτοκινήτων)
- der Verkehr ist stark geworden - η κυκλοφορία έχει μεγαλώσει πολύ