abbadino
Από Βικιλεξικό
Ιταλικά (it) [
]
Ετυμολογία [
]
- abbadino < γενοβέζικα : abatino
Ουσιαστικό [
]
abbadino (it)
- είδος σχιστόλιθου που χρησιμεύει σε σκεπές