accountable
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en)
Επίθετο
accountable (en)
- που απαιτεί απόδοση λογαριασμού (π.χ. η διαχείριση μιας περιουσίας)
- που πρέπει να αποδώσει λογαριασμό, ο υπόλογος
- ο εξηγήσιμος, ο ευεξήγητος
accountable (en)