allotment
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
allotment (en)
- το να μοιράζεις κάτι με κλήρωση
- κλήρος, το μερίδιο στη ζωή που μου δόθηκε από το θεό
- κλήρος, κληροτεμάχιο καλλιεργήσιμης γης