allotment

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

Open book 01.svg Ουσιαστικό

allotment  (en)

  1. το να μοιράζεις κάτι με κλήρωση
  2. κλήρος, το μερίδιο στη ζωή που μου δόθηκε από το θεό
  3. κλήρος, κληροτεμάχιο καλλιεργήσιμης γης
Ανακτήθηκε από "http://el.wiktionary.org/wiki/allotment"