antepenultimate
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
antepenultimate (en)
- (γραμματική) η προπαραλήγουσα
Επίθετο
antepenultimate (en)
- που βρίσκεται δύο θέσεις πριν το τέλος, πριν τον προτελευταίο
antepenultimate (en)
antepenultimate (en)