armor
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
- (μη αριθμητό) η πανοπλία
- (αριθμητό) τεθωρακισμένο, τανκ
- (μη αριθμητό) μονάδα τεθωρακισμένων