bewegen
Από Βικιλεξικό
[
]
Γερμανικά (de)
[
]
Ρήμα
bewegen (de)
- sich bewegen - ταρακουνιέμαι, μετακινούμαι
- etwas bewegen - ταρακουνώ, ανακινώ έντονα
- jemanden bewegen - συγκινώ, συγκλονίζω κάποιον