boost

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

boost  (en)

  1. ενίσχυση, προώθηση

[] Open book 01.svg Ρήμα

boost  (en)

  1. σπρώχνω προς τα πάνω (πχ κάποιον που προσπαθεί να σκαρφαλώσει)
  2. ενισχύω, προωθώ
    to boost one's performance - ενισχύω την απόδοσή μου

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες