boost
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
boost (en)
[
]
Ρήμα
boost (en)
- σπρώχνω προς τα πάνω (πχ κάποιον που προσπαθεί να σκαρφαλώσει)
- ενισχύω, προωθώ
- to boost one's performance - ενισχύω την απόδοσή μου