candy
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
candy (en)
- γενική ονομασία για μικρά γλυκά φτιαγμένα κυρίως από ζάχαρη, με άλλα συστατικά προστιθέμενα για διάφορες γεύσεις, καραμέλες
- μία καραμέλα
Εκφράσεις [
]
- like candy: για κάτι που δίνεται σε άλλους άφθονα, σαν να μην είχε σημασία ή αξία
- it was completely nuts at the demo, the cops were lobbing tear gas cannisters at the crowd like candy
- they are handing out development contracts like candy down there at City Hall