carriage
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
carriage (en)
- άμαξα
- βαγόνι
- ο τρόπος που κάποιος κινείται, το παράστημα
- το εξάρτημα της γραφομηχανής πάνω στο οποίο στηρίζεται το χαρτί.