compte
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
compte (fr) , des comptes.
[
] Ομόφωνα
le conte, le comte, il compte.
Il a fait les comptes : έκανε τους λογαριασμούς / τον λογαριασμό.
Il travaille pour le compte de X : δουλεύει για λογαριασμό του Χ.