curmudgeon
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
curmudgeon (en)
- άτομο (συνήθως μεγάλης ηλικίας) με κακό χαρακτήρα και μεγάλη επιμονή, παλιόγερος, γεροπεισματάρης