deadly
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
deadly (en)
- θανατηφόρος, θανάσιμος
- (κατ' επέκταση) πολύ εύστοχος (για χτύπημα, βολή κλπ)
- (ανεπίσημο) πολύ βαρετός