deflect
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
deflect (en)
- αποκρούω (π.χ. μια μπάλα, μια κριτική κ.λπ)
- απομακρύνω κάτι με χτύπημα, ενέργεια κ.λπ
deflect (en)