enlargement
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
enlargement (en)
- μεγέθυνση (π.χ. μιας φωτογραφίας ή η ίδια η μεγεθυμένη φωτογραφία)
- διεύρυνση (π.χ. ενός οργανισμού με την εισδοχή νέων μελών)
- the policy of Nato enlargement