entitle
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
entitle (en)
- δίνω έναν τιμητικό τίτλο (σε κάποιον)
- τιτλοφορώ, δίνω έναν τίτλο σε ένα βιβλίο, ταινία κλπ
- be entitled: τιτλοφορούμαι
- δίνω σε κάποιον το δικαίωμα να κάνει κάτι
- be entitled: δικαιούμαι