foo
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
foo (en) άκλιτο
- (πληροφορική) υποκατάστατο ενδεικτικών μεταβλητών που συνήθως ακολουθείται από δεύτερο υποκατάστατο bar
- suppose we have two objects, foo and bar - ας υποθέσουμε ότι έχουμε δύο αντικείμενα: foo και bar