founder
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
founder (en)
[
]
Ρήμα
founder (en)
- (για ένα σχέδιο) αποτυγχάνω
- (για πλοίο) γεμίζω με νερά και βυθίζομαι