hypertrophy
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
hypertrophy (en)
- η υπερτροφία (μυός, καρδιάς κλπ)
[
]
Ρήμα
hypertrophy (en)
- γίνομαι υπερτροφικός