ikona
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Πολωνικά (pl) [
]
Ετυμολογία [
]
ikona < αρχαία ελληνική εἰκών
Προφορά[
]
Ουσιαστικό [
]
ikona (pl) θηλυκό
- (θρησκεία) η εικόνα, το εικόνισμα
- (πληροφορική) το εικονίδιο
[
]
Τσεχικά (cs) [
]
Ετυμολογία [
]
ikona < αρχαία ελληνική εἰκών
Ουσιαστικό [
]
ikona (cs) θηλυκό
- (θρησκεία) η εικόνα, το εικόνισμα
- (πληροφορική) το εικονίδιο