indiscreet

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

indiscreet (en)

  1. αδιάκριτος
  2. αυτός που δεν προσέχει την συμπεριφορά του ή τα λόγια του με αποτέλεσμα να προσβάλλει να προκαλεί ενόχληση στους άλλους
    his indiscreet glance at his wristwatch annoyed his interlocutors