irrational
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
irrational (en)
- παράλογος, μη θεμελιωμένος στη λογική
- (μαθηματικά) άρρητος (αριθμός)
irrational (en)