italique
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr) [
]
Επίθετο [
]
italique (fr) αρσενικό ή θηλυκό
- πλάγιος
- le texte écrit en italique... - το κείμενο που είναι γραμμένο σε πλάγια γραφή...
italique (fr) αρσενικό ή θηλυκό