kato
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Εσπεράντο (eo)
Ετυμολογία
kato
<
kat-
+
-o
Ουσιαστικό
kato
(eo)
(
ζωολογία
) η
γάτα
Κατηγορίες
:
Γλώσσα εσπεράντο
|
Ουσιαστικά (εσπεράντο)
|
Ζωολογία (εσπεράντο)
Εμφανίσεις
Άρθρο
Συζήτηση
Επεξεργασία
Ιστορικό
Προσωπικά εργαλεία
Δοκιμάστε την Beta
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Άλλες γλώσσες
Brezhoneg
Deutsch
English
Esperanto
Español
Suomi
Français
Gaeilge
Magyar
Ido
Italiano
日本語
ქართული
한국어
ລາວ
Lietuvių
Nederlands
Norsk (bokmål)
Occitan
Polski
Português
Русский
Svenska
Türkçe
Українська
Tiếng Việt
中文