leaflike
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Επίθετο [
]
leaflike (en) (συγκριτικός: more leaflike, υπερθετικός: most leaflike)
- φυλλοειδής, σαν φύλλο, όμοιος με φύλλο, κατά την έννοια της ομοιότητας φυλλώδης