legalize
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
legalize (en) (ΗΠΑ) και legalise (ΗΒ)
- νομιμοποιώ, μετατρέπω κάτι παράνομο σε νόμιμο
legalize (en) (ΗΠΑ) και legalise (ΗΒ)