maïeutique
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
maïeutique (fr) θηλυκό
- (φιλοσοφία) η μαιευτική
- παιδαγωγική μέθοδος που βασίζεται στον συλλογισμό
[
]
- maïeuticien
- maïeutique