marelle

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ma.ʁɛl/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

marelle (fr) θηλυκό

Dans la cour de l'école, les filles jouent à la marelle. Στο προαύλιο, τα κορίτσια παίζουν κουτσό.